Όπως οι αρχιτέκτονες/ισσες γνωρίζουμε καλά από την επαγγελματική μας εμπειρία και επιβεβαιώνεται και από σχετικές μελέτες και δημοσιεύματα στον τύπο, η τρέχουσα άνοδος της κατασκευαστικής δραστηριότητας, έχει μεταξύ άλλων σαν συνέπεια ένα νέο κύμα κατεδαφίσεων μικρής κλίμακας κτιρίων, μονοκατοικιών και διπλοκατοικιών, κ.ά., πολλές από τις οποίες μπορεί να κρίνονται και ως αξιόλογες και πιθανά άξιες διατήρησης, μεμονωμένα ή σε σύνολα. Αν δεν είναι παλαιότερες των 100 ετών, η πιθανότητα θεσμικής προστασίας τους μειώνεται δραματικά. Αξίζει να σημειωθεί εδώ και η σχετική πρόσφατη Απόφαση 320/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ακύρωσε απόφαση περί μη χαρακτηρισμού κτιρίου ως διατηρητέου από το ΚΕΣΑ.Πολλοί μιλάνε για μία νέα αντιπαροχή, η οποία όμως, σε αντίθεση με την παλιά, δεν αφορά πλέον σε κατοικία κυρίως χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων αλλά σε πολυτελή κατοικία, η οποία εκμεταλλευόμενη και κίνητρα όπως τα bonus του ΝΟΚ, απευθύνεται σε υψηλά εισοδήματα, τουρίστες και επενδυτές.
Σημειώνουμε εδώ ότι σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γρανάδας για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, την οποία έχει κυρώσει το ελληνικό κράτος (ΦΕΚ Α’61/1992), η προστασία των μνημείων, των αρχιτεκτονικών συνόλων και των τόπων, αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας (άρθρο 3), όπως και ειδικότερα η φροντίδα ώστε τα προστατευόμενα ακίνητα να μην αλλοιωθούν, ερειπωθούν ή κατεδαφιστούν (άρθρο 4, §2). Η Σύμβαση περιλαμβάνει επίσης ευνοϊκά φορολογικά μέτρα για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (άρθρο 6, §2) και ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για τη συντήρηση και αναστήλωσή της (άρθρο 6, §3). Σημειώνεται τέλος ότι, μεταξύ άλλων, η Σύμβαση υποχρεώνει τα συμβεβλημένα μέλη να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη των παραδοσιακών τεχνικών και υλικών που είναι απαραίτητες για το μέλλον της πολιτιστικής κληρονομιάς (άρθρο 10, §5) και να ευνοούν όταν υπάρχει δυνατότητα τη συντήρηση και χρησιμοποίηση και των κτιρίων εκείνων των οποίων η σπουδαιότητα δεν δικαιολογεί την προστασία αλλά τα οποία κρίνονται ως αξιόλογο συμπληρωματικό μέρος για το αστικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής (άρθρο 10, §4).
Σε αντίθεση με τις παραπάνω υποχρεώσεις της που απορρέουν από την κύρωση της Συνθήκης της Γρανάδας το 1992, η Πολιτεία δεν προωθεί πολιτικές διατήρησης και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Αντίθετα ούτε καν υποστηρίζει την αποτελεσματική προστασία των ήδη κηρυγμένων διατηρητέων κτιρίων, ενώ προωθεί πολιτικές κατεδάφισης για τα παλαιότερα κτίρια, χωρίς τη δυνατότητα εξέτασης της διατήρησης τους ως κτιρίων του παρελθόντος, ως εναλλακτικής σε άλλες μορφές εκμετάλλευσης ιδιοκτησιών ή/και ως μέθοδο «χωρικής ανάπτυξης». Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΑΔΑΣ Τμ. Αττικής στηρίζει επί της αρχής τις διεκδικήσεις του «Πανελλήνιου Συλλόγου Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτιρίων και Μνημείων» και διεκδικεί την οικονομική στήριξη των απλών ιδιωτών ιδιοκτητών διατηρητέων κτιρίων ώστε να τα αποκαταστήσουν. Στήριξη η οποία μπορεί να πάρει τη μορφή φοροαπαλλαγών, επιδοτήσεων ή/και συνδυασμού τους. Για την οικονομική στήριξη της αποκατάστασης των κτιρίων αυτών θα μπορούσε να εξεταστεί και η αξιοποίηση του μέτρου της αποζημίωσης τυχόν επιπλέον συντελεστή δόμησης, με την υποχρέωση χρήσης αυτής της αποζημίωσης για την αποκατάσταση του διατηρητέου. Χωρίς τη στήριξη αυτή τα διατηρητέα καθίστανται δυσανάλογα μεγάλο οικονομικό βάρος για τους ιδιοκτήτες των χαμηλών και μεσαίων οικονομικών στρωμάτων, γεγονός που οδηγεί είτε στην εγκατάλειψή τους, με τελικό αποτέλεσμα την απώλειά τους, είτε στην εκμετάλλευσή τους αποκλειστικά από πολύ υψηλά εισοδηματικά στρώματα ή επενδυτικά κεφάλαια.
Αρκετά είναι τα παραδείγματα μεγάλων ιστορικών κτιρίων κηρυγμένων διατηρητέων μνημείων, που αποτελούν και ιστορικά τοπόσημα, τα οποία μετατράπηκαν σε εμπορικά καταστήματα, τράπεζες κ.ο.κ. Σύνηθες είναι πλέον και πολλά διατηρητέα πρόσφατα να μετατρέπονται σε ξενοδοχεία ή μακροχρόνιας ή βραχυχρόνιας μίσθωσης, από διάφορες κατασκευαστικές και επενδυτικές, κάνοντας ακόμα πιο εμπορεύσιμο το προϊόν «Πολιτιστική Κληρονομιά». Οι νέες χρήσεις των κτιρίων της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν πρέπει να σχετίζονται με αυτόν τον εμπορευματικό και επενδυτικό χαρακτήρα (ξενοδοχείο, βραχυχρόνια μίσθωση, καταστήματα, σίτιση, σχετιζόμενα με τουρισμό και golden visa).
Επίσης διαφωνούμε ως ΣΑΔΑΣ Τμ. Αττικής με την εμπορευματική αξιοποίηση μέσω της Μ.Σ.Δ. (Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης) και με τον καθορισμό των Ζωνών Υποδοχής Συντελεστή (ΖΥΣ) σε όλη της Ελλάδα, που αποτελεί ξεχωριστή μελέτη από τα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ και ΕΠΣ) των Δήμων, με κίνδυνο η αύξηση της δόμησης που θα προκύπτει από τις ΖΥΣ, να ανατρέπει τον πολεοδομικό σχεδιασμό σε επίπεδο Δήμου. Διαφωνούμε επίσης με τη θεσμοθέτηση ακινήτων υποδοχής συντελεστή σε περιοχές που δεν έχουν και δεν θα αποκτήσουν πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως οι περιοχές εντός ορίων οικισμού, και με την ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση του συντελεστή δόμησης στα ακίνητα του δημοσίου που ιδιωτικοποιούνται μέσω ΤΑΙΠΕΔ με το πολεοδομικό εργαλείο των ΕΣΧΑΔΑ (βλ. αρθ. 73 του Ν.4759/2020 – ΦΕΚ Α’245).
Επισημαίνουμε τέλος το γεγονός ότι προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης των ιδιοκτητών, όπως το πρόγραμμα ΔΙΑΤΗΡΩ, ενώ έχει εξαγγελθεί πολλές φορές, ήδη από τη μνημονιακή εποχή, πιθανά ως υποχρέωση τήρησης των διεθνών συμβάσεων, το νομοσχέδιο βγήκε σε διαβούλευση το Δεκέμβρη του 2024 και δεν έχει ακόμα θεσμοθετηθεί. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα συνδέεται με την ενεργειακή αναβάθμιση στο πλαίσιο του ΚΕΝΑΚ, ενός κανονισμού που δε λαμβάνει υπ’ όψιν τη βιοκλιματική διάσταση της αρχιτεκτονικής (δεν υπάρχουν παράμετροι που θα μπορούσαν να μελετήσουν τέτοιου είδους κτίρια) και δεν περιλαμβάνει κίνητρα ή/και υποχρεώσεις για τη χρήση τεχνικών και υλικών που αντιστοιχούν ιστορικά με το τοπικό πολιτιστικό απόθεμα ή αποτελούν λύσεις μειωμένου περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Πρόκειται για πρόβλημα τυπικό των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων που για άλλη μια φορά δεν θα επιτρέψει τις χρηματοδοτήσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς την αναθεώρηση του ΚΕΝΑΚ ώστε να περιλαμβάνει και τέτοιες παραμέτρους ή την απαλλαγή από τη συμμόρφωση σε αυτόν όπως ισχύει.
Ένα πλαίσιο πολιτικών οικονομικής ενίσχυσης της αποκατάστασης διατηρητέων κτιρίων θα μπορούσε επίσης να επεκταθεί και στα κτίρια εκείνα «των οποίων η σπουδαιότητα δεν δικαιολογεί την προστασία […] αλλά τα οποία αποτελούν αξιόλογο συμπληρωματικό μέρος για το αστικό περιβάλλον […] και την ποιότητα ζωής», όπως προβλέπει και η Σύμβαση της Γρανάδας, με χορήγηση ανάλογων κινήτρων προς τους ιδιοκτήτες τους ή εναλλακτικά με την απαλλοτρίωσή τους για τη δημιουργία χώρων κοινωφελούς χρήσης. Τέτοια κτίρια είναι κατεξοχήν τα μικρής κλίμακας κτίσματα (μονοκατοικίες, διπλοκατοικίες, κ.λπ.) εντός του πυκνοδομημένου αστικού ιστού, ο οποίος αναπτυσσόμενος ιστορικά στο πλαίσιο του καθεστώτος της αντιπαροχής και της αυθαίρετης δόμησης, καταλήγει σήμερα σε ένα απαξιωμένο κτιριακό απόθεμα με κακούς όρους φωτισμού – αερισμού στους χαμηλούς ορόφους. Εντός τέτοιων περιοχών, όπως είναι στην Αττική -ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά- τα ευρύτερα κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά, δεν θα έπρεπε ιδανικά κανένα μικρής κλίμακας κτίριο να αντικαθίσταται από πολυκατοικία, ανεξάρτητα από το αν είναι αρχιτεκτονικά αξιόλογο ή όχι. Επειδή όμως υπάρχουν σε κάθε περίπτωση αξιόλογα κτίρια τα οποία χάνονται στο βωμό της σύγχρονης οικοδομικής «ανάπτυξης», απαιτείται και η δημιουργία ενός μηχανισμού καταγραφής και αξιολόγησής όλων των κτιρίων, ειδικά όσων δεν είναι παλαιότερα των εκάστοτε τελευταίων 100 ετών και συνεπώς δεν προστατεύονται από την αρχαιολογική νομοθεσία ούτε διέπονται από οποιοδήποτε καθεστώς προστασίας. Το θέμα ασφαλώς αφορά και τα προ του 1955, τα οποία ελέγχονται μόνο ως προς την κατεδάφισή τους από τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής και όχι ως προς τις προσθήκες καθ’ ύψος ή κατ’ επέκταση, με τροποποιήσεις αυτών.
Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι παρατηρείται μία έξαρση στις κατεδαφίσεις μεσοπολεμικών κτισμάτων, πιθανότατα ακριβώς για να μην περάσουν το ηλικιακό όριο των 100 ετών και καταστεί πολύ πιο δύσκολη η σχετική αδειοδότηση κατεδάφισης. Τέτοια κτίρια, των οποίων η αρχιτεκτονική ποιότητα έχει μελετηθεί από πολλούς/ες ερευνητές/τριες, συνιστούν ένα εύκολα εκμεταλλεύσιμο αλλά και ιστορικά πλούσιο κτιριακό δυναμικό. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών φέρει μια ιστορικά μοναδική μορφολογική συνεκτικότητα (π.χ. τα μεσοπολεμικά κτίρια προηγούνται της σταδιακής κατάργησης του κλειστού εξώστη – έρκερ, καθιστώντας τα αναγνωρίσιμα στο αστικό τοπίο), συμβολίζοντας τη σταδιακή στροφή προς το μοντέρνο κίνημα και προοικονομώντας την εξέλιξη του αστικού τοπίου με την καθιέρωση της τυπολογίας της μεταπολεμικής αστικής (και μη) πολυκατοικίας. Η θέση τους ως τεκμήρια της εγχώριας αρχιτεκτονικής εξέλιξης κρίνεται ότι θα πρέπει να μελετηθεί και να διαφυλαχθεί, προωθώντας τα ανάλογα προνόμια για τους/τις ιδιοκτήτες/τριες τους.
Στο παραπάνω πλαίσιο, ο ΣΑΔΑΣ Αττικής καταθέτει στο δημόσιο διάλογο προς περαιτέρω επεξεργασία τις παρακάτω προτάσεις πολιτικής για τα διατηρητέα και λοιπά αξιόλογα κτίρια, στις κατηγορίες (1) της παροχής φορολογικών και χρηματοδοτικών κινήτρων, (2) της αδειοδοτικής επιτάχυνσης και (3) υποστήριξης, ανάπτυξης και παροχής τεχνογνωσίας:
1. Φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα προς ιδιοκτήτες διατηρητέων και αξιόλογων κτιρίων χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων:
- Φοροαπαλλαγές στα έξοδα ανακαίνισης.
- Φοροαπαλλαγές στον ΕΝΦΙΑ σαν έμμεση μακροχρόνια επιδότηση του κόστους της ανακαίνισης.
- Επιδοτήσεις κόστους ανακαίνισης.
- Επιδοτήσεις ενεργειακής αναβάθμισης με ειδικούς όρους για διατηρητέα που θα λαμβάνουν υπόψη και τις αρχές του βιοκλιματικού σχεδιασμού. Ανάπτυξη διαφοροποιημένων πλαισίων κινήτρων ανάλογα με την περιοχή (νησιωτική, ορεινή, κ.λπ.).
- Οικονομικά κίνητρα για χρήση υλικών φυσικής δόμησης – μειωμένου περιβαλλοντικού αποτυπώματος και για την επανάχρηση – ανακύκλωση των υλικών που προκύπτουν από τις ανακαινίσεις – αποκαταστάσεις.
- Χαμηλότοκα δάνεια για ανακαίνιση διατηρητέου (άτοκα ή με επιδότηση του τόκου)
2. Αδειοδοτική υποστήριξη και επιτάχυνση:
- Θέσπιση χρονοδιαγράμματος/διορίας σε κάθε αδειοδοτική επιτροπή και διαδικασία, αφού εντοπιστούν οι αιτίες ενδεχόμενων καθυστερήσεων και ενισχυθεί όπου απαιτείται η δημόσια διοίκηση με τις απαιτούμενες προσλήψεις προσωπικού.
- Επιτάχυνση και ολιστική αντιμετώπιση της διαδικασίας αδειοδότησης και εξασφάλιση της ακεραιότητας της πρότασης/έγκρισης.
3. Υποστήριξη, ανάπτυξη και παροχή τεχνογνωσίας – Στήριξη της αγοράς μηχανικών, κατασκευαστών και τεχνιτών:
- Δημιουργία info-sharing portal με εξειδικευμένες γνώσεις σε ιστορικά υλικά και τεχνικές αποκατάστασης και ενίσχυσης αλλά και σαν κόμβος επικοινωνίας των εμπλεκόμενων.
- Δημόσια, δωρεάν εκπαιδευτικά σεμινάρια για αρχιτέκτονες, στατικούς και τεχνίτες.
- Προγράμματα για τεχνίτες με επιδότηση πρακτικής στο εργοτάξιο (μαρμαροτεχνίτες, ξυλουργούς, σοβατζήδες, τεχνίτες διακόσμου γύψινου, μπρούτζινου, κ.λπ.). Ενδυνάμωση και στελέχωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με ειδικότητες που θα σχετίζονται με τους παραδοσιακούς τρόπους δόμησης και διαχείρισης υλικών όπως μάρμαρο, ξύλο, γύψινων διακοσμήσεων, κ.λπ.
- Παροχή συμβουλευτικής σε μελέτες αναστύλωσης, ενίσχυσης και ανακαίνισης προς τους μηχανικούς με ευθύνη των υπηρεσιών κρατικού ελέγχου.
- Δημιουργία και παροχή πρότυπων τεχνικών προδιαγραφών και εγχειριδίων για σωστή χρήση υλικών (π.χ. κονιάματα, ξύλινα κουφώματα), μέσα από την πανεπιστημιακή έρευνα και την κρατική χρηματοδότησή τους και τη νομοθεσία.
- Ανάπτυξη μεθόδων ενεργειακής αναβάθμισης σε διατηρητέα.
- Προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών και τεχνιτών με εξειδικευμένες σχολές στο εξωτερικό.
- Εν γένει υποστήριξη και ανάπτυξη των καλών πρακτικών και τεχνικών (crafts) της λαϊκής αρχιτεκτονικής και των αξιόλογων ιστορικών κτιρίων, όχι μόνο για την αποκατάσταση αλλά και για την επίκαιρη δημιουργία και κατασκευή.
