ΑΠ 4372/04.11.2024 – ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΑΔΑΣ ΤΜ. ΑΤΤΙΚΗΣ 30.10.2024
Το ζήτημα της κατοικίας στην Ελλάδα τίθεται τα τελευταία χρόνια με πρωτοφανή οξύτητα. Η αλματώδης ανάπτυξη του τουρισμού, ο πολεοδομικός εξευγενισμός ολόκληρων περιοχών και ειδικότερα οι συνειδητές πολιτικές προσπάθειες προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό στην ελληνική κτηματαγορά, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη οποιασδήποτε μορφής κοινωνικής κατοικίας στη χώρα μετά την κατάργηση του ΟΕΚ, είχαν επανειλημμένα ως αποτέλεσμα να ανταγωνίζεται η ζήτηση για βραχυπρόθεσμη τουριστική ενοικίαση από υψηλότερα εισοδήματα του εξωτερικού, τη ζήτηση από μονίμους κατοίκους για μακροπρόθεσμη ενοικίαση. Και όλα αυτά σε μία κτηματαγορά όπως η ελληνική, η οποία είναι ιστορικά απορυθμισμένη, στραμμένη -από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους- προς την ενθάρρυνση της ιδιοκατοίκησης, μέσα από άμεσες ή έμμεσες πολιτικές (ανοχή της αυθαίρετης και της εκτός σχεδίου δόμησης και στη συνέχεια νομιμοποιήσεις, προνομιακοί όροι για την απόκτηση στέγης για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες –π.χ. αξιωματικοί- με ευνοϊκή φορολογία, κ.λπ.), με ασθενή δικαιώματα για τους ενοικιαστές και με χαλαρό έλεγχο των χρήσεων γης. Η πρόσφατη οικονομική κρίση και οι πολιτικές όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων, έπληξαν με δριμύτητα τη μικρή ιδιοκτησία μέσω βαρύτερης φορολόγησης, κατασχέσεων και πλειστηριασμών. Σε αυτό το περιβάλλον το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα εν μέρει εγκαταλείφτηκε και απαξιώθηκε. Η ιδιοκτησία τείνει να συγκεντρώνεται σε χέρια ολίγων, ενώ η φορολογία και οι μνημονιακές πολιτικές την μετέβαλαν από σημαντικό πόρο σε οικογενειακό ή ατομικό βάρος. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτελεί η σαφής μείωση μέσα σε λίγα χρόνια του ποσοστού ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα γενικά και ακόμα περισσότερο για τους νεότερους.
Συνέχεια ανάγνωσης «Πρωτοβουλία της Γ.Σ. του ΣΑΔΑΣ Τμ. Αττικής για τη συσπείρωση σωματείων και φορέων για το ζήτημα της κατοικίας» →